Η σχέση ανάμεσα στην κίνηση στους δρόμους και στην ψυχική διάθεση, ιδιαίτερα για τις γυναίκες, φαίνεται να είναι πιο περίπλοκη απ’ ό,τι φανταζόμαστε.
Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει πως η ατμοσφαιρική ρύπανση, που προκαλείται από την κυκλοφορία των οχημάτων, μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την ψυχική υγεία, αλλά και τον έμμηνο κύκλο, κάτι που με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε καταθλιπτικά συμπτώματα.
Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στην ιατρική επιθεώρηση Menopause, η έκθεση στις ρύπους, όπως τα μικροσκοπικά αιωρούμενα σωματίδια από τα αυτοκίνητα, έχει συνδεθεί με πολλές αρνητικές συνέπειες για την υγεία, κυρίως ψυχικές, όπως η κατάθλιψη. Ερευνητές εξέτασαν τη σχέση αυτή με τη βοήθεια κοινωνικο-οικονομικών παραμέτρων, καθώς και τη σχέση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης με τον έμμηνο κύκλο και τη γυναικεία αναπαραγωγική υγεία.
Η μελέτη περιλάμβανε 688 γυναίκες, ηλικίας 25 έως 45 ετών. Οι μισές από αυτές είχαν ολοκληρώσει το λύκειο, ενώ το 60% ήταν απόφοιτες πανεπιστημίου. Ωστόσο, το 9,6% ήταν άνεργες, ενώ το 7,6% ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας. Περίπου το 26,5% των γυναικών είχαν συμπτώματα κατάθλιψης. Οι ερευνητές υπολόγισαν την έκθεσή τους στη ρύπανση με βάση τη διεύθυνση κατοικίας τους και τα επίπεδα κίνησης στους γύρω δρόμους.
Τα αποτελέσματα της μελέτης ήταν εντυπωσιακά: όσο πιο αυξημένη ήταν η κίνηση στους δρόμους, τόσο πιο έντονα γίνονταν τα συμπτώματα της κατάθλιψης στις συμμετέχουσες. Επιπλέον, η αυξημένη ρύπανση συσχετίστηκε με μεγαλύτερη διάρκεια του εμμήνου κύκλου και μεγαλύτερες διακυμάνσεις σε αυτόν, οι οποίες είναι γνωστοί παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη κατάθλιψης.
Αυτό που ανακάλυψαν οι ερευνητές είναι πως ορισμένοι από τους ρύπους που εκλύονται από τα οχήματα μπορεί να μιμούνται τη δράση των οιστρογόνων στο σώμα. Οι διαταραχές στον έμμηνο κύκλο που προκαλούνται από αυτή τη δράση μπορεί να συνδέονται με ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη.
Τα ευρήματα αυτά είναι ακόμη πιο έντονα για τις γυναίκες που ζουν σε φτωχότερες περιοχές, κοντά σε δρόμους με αυξημένη κίνηση. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον που υπονομεύει την ψυχική υγεία των ευάλωτων ατόμων, ενισχύοντας την ανάγκη για καλύτερη διαχείριση της κυκλοφορίας και της ποιότητας του αέρα.
