Η Εύα Καϊλή βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο, καθώς – όπως αποκαλύφθηκε την Παρασκευή 28 Νοεμβρίου μέσα από την εκπομπή Super Κατερίνα του ALPHA – αντιμετωπίζει νέες υπόνοιες για παράνομη αγοραπωλησία ακινήτου στις Βρυξέλλες, σε μια περίοδο που το σκάνδαλο Qatargate παραμένει ανοιχτό. Παρότι έχει αποφυλακιστεί και πλέον διαμένει στο Μιλάνο, εξακολουθεί να είναι αντιμέτωπη με κατηγορίες που αφορούν διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, με τη νομική διαδικασία να συνεχίζεται τόσο μέσα στο 2024 όσο και στο 2025.
Στην εκπομπή Buongiorno του MEGA παρουσιάστηκε ρεπορτάζ από ξένο δημοσίευμα, το οποίο εμπλέκει ξανά την πρώην ευρωβουλευτή. Σύμφωνα με το άρθρο, μάρτυρας υποστηρίζει πως η Καϊλή φέρεται να ήταν παρούσα σε παράνομη αγοραπωλησία διαμερίσματος μαζί με τον Φραντσέσκο Τζόρτζι, δίνοντας 100.000 ευρώ σε μετρητά. Όπως ανέφερε στον αέρα η Νάνσυ Νικολαΐδου: «Κατηγορούν την Εύα Καΐλη ότι ήταν παρούσα σε μια αγοραπωλησίας ακινήτου μαζί με τον σύζυγό της φυσικά, και ότι κατά την διάρκεια αποπληρωμής και του “deal” που έγινε, έβγαλε και έδωσε 100.000 ευρώ μετρητά εκείνη την ώρα. Μετρητά τι σημαίνει; Ανοίγεις μια τσάντα με 100.000 ευρώ. Η πωλήτρια λέει ότι αυτό το πράγμα πώς έχει γίνει από την στιγμή που είναι η έρευνα ανοιχτή. Ότι δείχνει μια ένδειξη ότι η Εύα Καϊλή γνώριζε κάποια πράγματα και ήταν με τον σύζυγό της. Σε σχέση με την διακίνηση πάντα μαύρου χρήματος που δεν ξέρουμε από πού έχουν έρθει στα χέρια τους».
Το άρθρο αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μια μάρτυρας επιβαρύνει την Εύα Καϊλή. Σύμφωνα με την πωλήτρια ενός διαμερίσματος, η Εύα Καϊλή και ο Φραντσέσκο Τζόρτζι παρέδωσαν αυτοπροσώπως 100.000 ευρώ σε μετρητά για την αγορά του ακινήτου. Μια πληροφορία που δυσκολεύει την περίπτωση της κατηγορούμενης».
Παράλληλα, υπενθυμίζεται πως η ίδια είχε μιλήσει σε πολιτική εκπομπή στην ιταλική τηλεόραση για τις συνθήκες κράτησής της, περιγράφοντας τις δυσκολίες που βίωσε και τις πιέσεις που – όπως υποστηρίζει – δέχθηκε: «Ήμουν σε μια κατάσταση επιβίωσης. Με κρατούσαν κάποιες ημέρες στην απομόνωση για κάποιες μέρες, με τσουχτερό κρύο και τα φώτα αναμμένα. Τις πρώτες ημέρες δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με τον δικηγόρο μου, δεν είχα πρόσβαση στη δικογραφία, δεν μπορούσε να μιλήσω και να δω την κόρη μου ούτε να την δω. Για πολλές εβδομάδες μου έλεγαν ότι θα την κρατήσουν μακριά μου. Πέραν αυτής της σωματικής πίεσης, υπήρχε και η ψυχολογική γιατί με απειλούσαν λέγοντας πως θα δώσουν την κόρη μου στην πρόνοια. Μου ζήτησαν να δώσω δύο ονόματα των ανωτέρων μου, υποθέτω τον πρόεδρο και τον επίτροπο», είχε δηλώσει η ίδια.
